Rechtsanwalt
Florian Savelsberg
σε συνεργασία* με τη

Δικηγόρος

Αναστασία Παπανακλή

Θεσσαλονίκη l Μόναχο
DE | EN | ΕΛ


Αρχική ιστοσελίδα › Παροχές › Άρθρα και Πληροφορίες › ΠΔ 152/2000, Δικηγορία στην Ελλάδα με τίτλους Κρατών Ευρωπαϊκής Ένωσης


Δικηγορία στην Ελλάδα με τίτλους Κρατών Ευρωπαϊκής Ένωσης

Δικηγόροι, που έχουν αποκτήσει άδεια ασκήσεως επαγγέλματος σε κάποιο κράτος - μέλος της ΕΕ και είναι εκεί μέλη κάποιου δικηγορικού συλλόγου, μπορούν να ασκήσουν το επάγελμα του Δικηγόρου στην Ελλάδα υπό της προϋποθέσεις του π.δ. 152/2000 αφού τους χορηγηθεί η αντίστοιχη άδεια και διατηρώντας την επαγγελματική ονομασία του κράτους προέλευσής τους.

Η ακόλουθη παρουσίαση του π.δ. 152/2000 δεν είναι επίσημη. Μόνο το κείμενο που έχει δημοσιευτεί στην ΕτΚ Α'130/23.5.2000 είναι δεσμευτικό. Παρακαλούμε για την κατανόησή σας για το γεγονός ότι δεν μπορούμε να αναλάβουμε κανενός είδους ευθύνη για την ορθότητα και την επικαιρότητα των πληροφοριών. Έχουν ληφθεί υπόψη οι τελευταίες τροποποιήσεις με τα π.δ. 261/2005 και 86/2008. Τελευταία καταχώριση 2008.

 

Προεδρικό Διάταγμα 152/2005 (ΦΕΚ Α'130/23.5.2000)

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α: Σκοπός, ορισμοί και πεδίο εφαρμογής

Αρθρο 1

Σκοπός του παρόντος διατάγματος είναι η διευκόλυνση της μόνιμης άσκησης του επαγγέλματος του δικηγόρου στην Ελλάδα με την ιδιότητα του ελεύθερου επαγγελματία ή του έμμισθου και ο οποίος έχει ήδη αποκτήσει τα επαγγελματικά προσόντα σε άλλο Κράτος Μέλος της Ευρωπαϊκής `Ενωσης σύμφωνα με την οδηγία 98/5/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου "για τη διευκόλυνση της μόνιμης άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος σε Κράτος Μέλος διάφορο εκείνου στο οποίο αποκτήθηκε ο επαγγελματικός τίτλος" που δημοσιεύθηκε στην ελληνική γλώσσα στην επίσημη εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Ι 77/14.3.1998, σελ. 36).

Αρθρο 2

Ορισμοί       

Για τους σκοπούς του παρόντος νοείται ως:

α) "Δικηγόρος", κάθε φυσικό πρόσωπο, υπήκοος ενός κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκεί τις επαγγελματικές του δραστηριότητες με έναν με τους πιο κάτω επαγγελματικούς τίτλους:

Αυστρία: Rechtsanwalt
Βέλγιο: Avocat/Advocaat/Rechtsanwalt
Βουλγαρία: ABOKaT
Γαλλία: Avocat
Γερμανία: Rechtsanwalt
Δανία: Advokat
Ελβετία: Avocat/Advokat, Rechtsanwalt, Anwalt, Forsprecher,
Forsprech/Avvocato
Εσθονία: Vandeadvokaat
Ηνωμένο Βασίλειο: Advocate/Barrister/Solicitor
Ιρλανδία: Barrister/Solicitor
Ισπανία: Abocado/Advocat/Avogado/Abocatu
Ιταλία: Avvocato
Κάτω Χώρες: Advocaat
Κύπρος: Δικηγόρος
Λετονία: Zverinats advokats
Λιθουανία: Advokatas
Λουξεμβούργο: Avocat
Μάλτα: Avukat/Prokutatur Legali
Ουγγαρία: Ugyved
Πολωνία: Advokat/Radca prawny
Πορτογαλία: Advogado
Ρουμανία: Avocat
Σλοβακία: Advokat/Komercny pravnik
Σλοβενία: Odventik/ Odventica
Σουηδία: Advokat
Τσεχική Δημοκρατία: Advokat
Φινλανδία: Asianajaja/Advokat.

β) "Κράτος Μέλος καταγωγής", το Κράτος Μέλος της Ε.Ε., στο οποίο ο δικηγόρος απέκτησε το δικαίωμα να φέρει έναν από τους επαγγελματικούς τίτλους που αναφέρονται στο εδάφιο α, πριν ασκήσει το επάγγελμα του δικηγόρου στην Ελλάδα ή σε άλλο Κράτος Μέλος.

γ) "Επαγγελματικός τίτλος καταγωγής", ο επαγγελματικός τίτλος του Κράτους Μέλους στο οποίο ο δικηγόρος απέκτησε το δικαίωμα να φέρει αυτόν τον τίτλο πριν ασκήσει το επάγγελμα του δικηγόρου στην Ελλάδα.

δ) "Ομάδα", κάθε ένωση προσώπων, με ή χωρίς νομική προσωπικότητα, που έχει συσταθεί σύμφωνα με τη νομοθεσία ενός Κράτους Μέλους, στο πλαίσιο της οποίας οι δικηγόροι ασκούν τις επαγγελματικές τους δραστηριότητες συλλογικά και με κοινή επωνυμία.

Αρθρο 3

Πεδίο Εφαρμογής

1. Το παρόν εφαρμόζεται στους δικηγόρους υπηκόους Κρατών Μελών της Ε.Ε. που ασκούν το επάγγελμα ως ελεύθεροι επαγγελματίες καθώς και σε αυτούς που το ασκούν ως έμμισθοι στο Κράτος Μέλος καταγωγής με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 10.

2. Οι διατάξεις του παρόντος δεν εφαpμόζονται στην παροχή υπηρεσιών που ρυθμίζονται από το Π.Δ.258/1987 (ΦΕΚ Α `125) "Διευκόλυνση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών από δικηγόρους σε συμμόρφωση προς την οδηγία του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 77/249/ΕΟΚ".

Αρθρο 4

Κάθε δικηγόρος υπό την έννοια του εδα` του άρθρου 2 του παρόντος δύναται να ασκεί μονίμως στην Ελλάδα και με τον επαγγελματικό του τίτλο καταγωγής, τις δραστηριότητες του δικηγόρου όπως καθορίζονται στο άρθρο 7 και σύμφωνα με τις πιο κάτω διατάξεις.

Αρθρο 5

1. Για την άσκηση του επαγγέλματος στην Ελλάδα ο δικηγόρος πρέπει να εγγραφεί στα μητρώα του Δικηγορικού Συλλόγου στην περιφέρεια του οποίου θα ασκεί τις δραστηριότητες του καθώς και να διατηρεί γραφείο στην ίδια περιφέρεια.

2. Για την εγγραφή αυτή αποφασίζει το Δ.Σ. του ως άνω Δικηγορικού Συλλόγου αφού ο ενδιαφερόμενος προσκομίσει τα εξής πιστοποιητικά:

α) έγγραφο δημόσιας ή δημοτικής αρχής από το οποίο να αποδεικνύεται η ιΘαγένεια Κράτους Μέλους,

β) πιστοποιητικό - αντίγραφο ποινικού μητρώου,

γ) πιστοποιητικό εγγραφής και υπηρεσιακών μεταβολών από την αρμόδια αρχή του κράτους καταγωγής που χορήγησε τον επαγγελματικό τίτλο ή άλλη αρμόδια αρχή του κράτους καταγωγής. Το πιστοποιητικό πρέπει να αναφέρει το σκοπό για το οποίο εκδίδεται και να περιέχει τουλάχιστον τα του διορισμού του ενδιαφερομένου, των προαγωγών του και των ενδεχόμενων πειθαρχικών ποινών, με συνοπτική αναφορά στο πειθαρχικό αδίκημα και την επιβληθείσα ποινή.

Το πιστοποιητικό αυτό δεν πρέπει να έχει εκδοθεί πέραν των τριών μηνών.

3. Η απόφαση με την οποία δεν γίνεται δεκτή η εγγραφή ή ανακαλείται ηήδη γενόμενη εγγραφή, πρέπει να είναι επαρκώς αιτιολογημένη και υπόκειται σε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Σ.τ.Ε. μέσα σε εξήντα ημέρες από την κοινοποίηση στον ενδιαφερόμενο ή σε νόμιμο αντίκλητό του, σε διεύθυνση στην Ελλάδα, της απορριπτικής απόφασης.

4. Για την απόφαση έγκρισης ή όχι της εγγραφής, ενημερώνει σχετικά ο Δικηγορικός Σύλλογος την αρμόδια αρχή ή τον Δικηγορικό σύλλογο του κράτους καταγωγής.

5. Σε κάΘε Δικηγορικό Σύλλογο τηρείται ειδικό μητρώο για τα μέλη που εγγράφονται υπό τον επαγγελματικό τίτλο του κράτους καταγωγής.

Αρθρο 6

1. Κάθε δικηγόρος ο οποίος ασκεί το επάγγελμα στην Ελλάδα με τον επαγγελματικό του τίτλο καταγωγής έχει την υποχρέωση να το ασκεί με τον τίτλο του αυτό, ο οποίος πρέπει να είναι διατυπωμένος στην γλώσσα ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του κράτους καταγωγής κατά τρόπο σαφή.

2. Για την εφαρμογη της παρ. 1 κάθε Δικηγορικός Σύλλογος απαιτεί από το δικηγόρο να αναφέρει την επωνυμία της επαγγελματικής οργάνωσης του κράτους καταγωγής στην οποία ανήκει ή την ονομασία του δικαστηρίου στο οποίο επιτρέπεται να παρίσταται κατά την εφαρμογή της νομοΘεσίας του κράτους καταγωγής, καθως επίσης και την εγγραφή του στο μητρώο του ελληνικού Δικηγορικού Συλλόγου.

Αρθρο 7

1. Με την επιφύλαξη των επομένων παραγράφων, ο δικηγόρος που ασκεί την δικηγορία υπό τον επαγγελματικό τίτλο καταγωγής στην Ελλάδα, ασκεί τις ίδιες δραστηριότητες με τον δικηγόρο που έχει ελληνικό επαγγελματικό τίτλο και μπορεί ειδικότερα, να παρέχει νομικές συμβουλές σε θέματα ελληνικού δικαίου, κοινοτικού και διεθνούς δικαίου και του δικαίου του κράτους καταγωγής του, καθώς και να εκτελεί και τις εργασίες και τις πράξεις που προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις.

2. Για την εκπροσώπηση και υπεράσπιση πελάτου ενώπιον δικαστηρίου, ο εν λόγω δικηγόρος υποχρεούται να συμπράττει με δικηγόρο που δικαιούται να παρίσταται στο δικαστήριο που έχει επιληφθεί της υποθέσεως και ο οποίος είναι υπεύθυνος έναντι του δικαστηρίου αυτού.

3. Οι δραστηριότητες οι σχετικές με τις νομικές συμβουλές, τις εργασίες, τις πράξεις ή την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση πελάτου ενώπιον των δικαστικών ή δημοσίων Αρχών στην Ελλάδα, ασκούνται σύμφωνα με τους όρους, τις προϋποθέσεις και τις πάσης φύσεως υποχρεώσεις και κανόνες που προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις για την άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος στην Ελλάδα.

4. Πράξεις ή καθήκοντα που συνιστούν σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία άσκηση δημοσίας εξουσίας στην Ελλάδα, δεν περιλαμβάνονται στις δραστηριότητες τις οποίες μπορεί να ασκεί ο δικηγόρος ει μη μόνον αν κατέχει την ελληνική ιθαγένεια. Τέτοιες πράξεις είναι ιδίως ο διορισμός δικηγόρου ως Προέδρου Εφορευτικής Επιτροπής κατά τις διατάξεις της εκλογικής νομοΘεσίας, ως εκκαθαριστού σχολαζουσών κληρονομιών και διαχειριστού κληροδοτημάτων (ΑΝ 2039/39), ως συνδίκου πτωχεύσεων, η επικύρωση εγγράφων, η συμμετοχή στη σύνθεση δικαστηρίου.

Αρθρο 8

1. Ανεξάρτητα από τους επαγγελματικούς και δεοντολογικούς κανόνες στους οποίους υπόκειται στο κράτος καταγωγής του, ο δικηγόρος υπόκειται στους ίδιους επαγγελματικούς και δεοντολογικούς κανόνες όπως και οι λοιποί δικηγόροι - μέλη του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, για όλες τις δραστηριότητες που ασκεί στην Ελληνική Επικράτεια.

Συγκεκριμένα υπόκειται στις υποχρεώσεις που απορρέουν από το Κώδικα Δικηγόρων, το Κώδικα δεοντολογίας και τα ειδικά σχετικά νομοθετήματα, τον εσωτερικό κανονισμό του Δικηγορικού Συλλόγου στον οποίο είναι  εγγεγραμμένος, ή τις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού και όσους κανόνες διέπουν την άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος στην Ελλάδα, ιδίως εκείνους που αναφέρονται στο ασυμβίβαστο και την  άσκηση άλλων ξένων προς αυτό δραστηριοτήτων, στο επαγγελματικό απόρρητο, στην επαγγελματική δεοντολογία, στη διαφήμιση, την επαγγελματική αξιοπρέπεια και την ορθή άσκηση του λειτουργήματος.

2. Από της εγγραφής του στα μητρώα του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου ο δικηγόρος καΘίσταται μέλος του και συμμετέχει στις συνεδριάσεις αυτού με το δικαίωμα του εκλέγειν στο Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα των Δικηγόρων.

3. Ο δικηγόρος που ασκεί επάγγελμα με τον επαγγελματικό τίτλο καταγωγής υποχρεούται να συνάψει ασφάλεια επαγγελματικής ευθύνης ή να εγγραφεί σε ταμείο επαγγελματικών εγγυήσεων σύμφωνα με τους κανόνες που ορίζονται για τις επαγγελματικές δραστηριότητες που ασκούνται στην Ελλάδα.

Απαλλάσσεται από την υποχρέωση αυτή σε περίπτωση που αποδείξει ότι καλύπτεται από ασφάλεια ή εγγύηση που έχει συσταθεί σύμφωνα με τους κανόνες του κράτους μέλους καταγωγής, εφόσον η εν λόγω ασφάλεια ή εγγύηση είναι ισοδύναμη τόσο ως προς τους όρους όσο και ως προς την έκταση της κάλυψης. `Οταν η ισοδυναμία είναι μόνο μερική, το Δ.Σ. του Συλλόγου δύναται να απαιτήσει τη σύναψη συμπληρωματικής ασφάλειας ή εγγύησης για να καλυφθούν όσα στοιχεία δεν καλύπτονται από την ασφάλεια ή την εγγύηση που έχει συναφθεί σύμφωνα με τους κανόνες του κράτους μέλους καταγωγής.

4. Ο δικηγόρος υπάγεται στις διατάξεις περί υποχρεωτικής ασφάλισης στο Ταμείο Νομικών και το ΚΕΑΔ και στα Ταμεία Πρόνοιας - Υγείας Δικηγόρων.

Αρθρο 9

1. Η μη συμμόρφωση του δικηγόρου που ασκεί το επάγγελμα στην Ελλάδα με τον επαγγελματικό του τίτλο καταγωγής στις υποχρεώσεις που απορρέουν από την Ελληνική νομοθεσία, συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα και εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις περί πειθαρχικού δικαίου του Κώδικα των Δικηγόρων. Αρμόδιο για την εκδίκαση των παραπτωμάτων είναι το πειθαρχικό συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου στον οποίο είναι εγγεγραμμένος ο δικηγόρος.

2. Το πειθαρχικό συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου πριν αλλά και καθ` όλη την διάρκεια της πειθαρχικής διαδικασίας συνεργάζεται με την αντίστοιχη αρμόδια αρχή του κράτους καταγωγής του δικηγόρου. Για το σκοπο αυτό ενημερώνει σχετικά, το συντομότερο δυνατό και με την εμπιστευτική διαδικασία, την αρχή του κράτους - μέλους καταγωγής, για την έναρξη πειθαρχικής διαδικασίας και συνεργάζεται με αυτήν καθ`όλην την διάρκεια της, παρέχοντας της όλες τις χρήσιμες πληροφορίες καΘώς και την δυνατότητα να διατυπώσει τα επιχειρήματά της.

3. Σε περίπτωση που η αρμόδια πειθαρχική αρχή του κράτους καταγωγής έχει επιβάλει τη ποινή της προσωρινής ή οριστικής αφαίρεσης της άδειας ασκήσεως επαγγέλματος, τούτο συνεπάγεται αυτόματα για τον ενδιαφερόμενο δικηγόρο τη προσωρινή ή οριστική απαγόρευση ασκήσεως του επαγγέλματος και στην Ελλάδα. Εντός μηνός από την κοινοποίηση της τελεσίδικης ως άνω ποινής και τη παραλαβή του σχετικού φακέλου, ο Πρόεδρος του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου διαβιβάζει την απόφαση στο πειθαρχικό συμβούλιο του Συλλόγου το οποίο και εκδίδει τη σχετική διαπιστωτική πράξη επιβολής της πειθαρχικής ποινής.

Αρθρο 10

Με την επιφύλαξη των διατάξεων του Κώδικα των Δικηγόρων περί ασυμβίβαστου και των υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτές, ο δικηγόρος που είναι εγγεγραμμένος σε Δικηγορικό Σύλλογο στην Ελλάδα με τον επαγγελματικό του τίτλο καταγωγής, μπορεί να εργάζεται και να παρέχει υπηρεσίες ως έμμισθος δικηγόρος με πάγια περιοδική αμοιβή σε Ν.Π.Δ.Δ. ή Ν.Π.Ι.Δ., επιχειρήσεις δημόσιες ή ιδιωτικές, ή δικηγορική εταιρεία (υπό τις προϋποθέσεις της παραγρ.2 του άρθρου ν του παρόντος).

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ: Εξομοίωση με `Ελληνα δικηγόρο



Αρθρο 11

1. Μετά τη παρέλευση τριετίας κατά την οποία ο δικηγόρος άσκησε πραγματική και τακτική επαγγελματική δικηγορική δραστηριότητα στην Ελλάδα και στον τομέα του ελληνικού δικαίου συμπεριλαμβανομένου και του κοινοτικού, δύναται να ενταχθεί πλήρως στο δικηγορικό επάγγελμα στην Ελλάδα. Για το σκοπό αυτό υποβάλει σχετική αίτηση προς τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο μαζί με τα αποδεικτικά της τριετούς επαγγελματικής του επάρκειας έγγραφα, από τα οποία αποδεικνύεται η επί τριετία πραγματική και τακτική άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας εκ μέρους του στο ελληνικό δίκαιο. Ως τέτοια θεωρούνται αντίγραφα δικαστικών αποφάσεων, συμβολαίων, διάφορα παραστατικά, πρακτικά συνεδριάσεων διοικητικών αρχών, βεβαίωση έμμισθης εντολής.

2. Για την αίτηση αποφασίζει το Δ.Σ. του Δικηγορικού Συλλόγου μετά από εισήγηση ορισθέντος μέλους του, το οποίο δύναται να καλεί τον ενδιαφερόμενο να διατυπώσει προφορικά ή γραπτά πρόσθετες εξηγήσεις ή διευκρινήσεις σχετικά με τα υποβληΘέντα αποδεικτικά στοιχεία και έγγραφα της πραγματικής και τακτικής επαγγελματικής του δραστηριότητας στον τομέα του ελληνικού δικαίου. Ως "πραγματική" και `Τακτική" επαγγελματική δραστηριότητα νοείται η πραγματική άσκηση αυτής χωρίς άλλη διακοπή, εκτός από εκείνες που απορρέουν από τη καθημερινή ζωή.

3. Σε nερίπτωση που ο δικηγόρος αποδεικνύει την τουλάχιστον τριετή πραγματική και τακτική επαγγελματική δραστηριότητα στην Ελλάδα, αλλά έχει μικρότερη των τριών ετών διάρκεια όσκησης στον τομέα του ελληνικού δικαίου, μπορεί να λάβει την άδεια πρόσβασης στο επάγγελμα του δικηγόρου στην Ελλάδα, εφ` όσον έχει συμμετάσχει επιτυχώς σε ειδικά μαθήματα ή σεμινάρια ελληνικού δικαίου, τα οποία περιλαμβάνουν και τους επαγγελματικούς και δεοντολογικούς κανόνες του επαγγέλματος, καθώς και κάθε γνώση και επαγγελματική πείρα στα ανωτέρω.

Η αξιολόγηση των στοιχείων αυτών και της ικανότητας του ενδιαφερομένου να συνεχίσει στην Ελλάδα την ασκηθείσα δραστηριότητα του, κρίνεται από το Δ.Σ., το οποίο και τον καλεί σε εμφάνιση ενώπιον του, όπου κατά την συνέντευξη εξακριβώνεται το πραγματικό και τακτικό της ασκηθείσας δραστηριότητας.

4. Η απόφαση του Δ.Σ. του Δικηγορικού Συλλόγου με την οποία αναγνωρίζεται η επάρκεια του δικηγόρου και η άδεια πρόσβασης στο επάγγελμα, τον απαλλάσσει από την δοκιμασία της επάρκειας που ρυθμίζεται από τις διατάξεις του Π.Δ. 52/93 (Α` 20/18.2.93) "αναγνώριση ισοτιμίας επαγγελματικών προσόντων δικηγόρων , σύμφωνα με την οδηγία 89/48/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ε.Κ.".

5. Ο δικηγόρος που ασκεί το επάγγελμα με τον επαγγελματικό του τίτλο καταγωγής στην Ελλάδα, μπορεί ανά πάσα στιγμή και ανεξάρτητα από τη διαδικασία του παρόντος, να ζητήσει την αναγνώριση του διπλώματός του και την πρόσβαση στο επάγγελμα του δικηγόρου στην Ελλάδος σύμφωνα με το προηγούμενο Π.Δ. 52/93 (δοκιμασία επάρκειας).

6. Η απόφαση του Δ.Σ. με την οποία δεν χορηγείται η άδεια πρόσβασης στο επάγγελμα κατά τα ανωτέρω, πρέπει να είναι αιτιολογημένη και υπόκειται στα ένδΙκα μέσα όπως προβλέπει η παράγραφος 3 του άρθρου 5 του παρόντος.
 
Η άδεια πρόσβασης αnορρίπτεται αν από τα στοιχεία που έχει στη διάθεση του το Δ.Σ. κρίνεται ότι προσβάλλεται η δημόσια τάξη, ιδίως λόγω πειθαρχικών ή ποινικών διώξεων, καταγγελιών ή άλλων γεγονότων στα οποία εμπλέκεται ο ενδιαφερόμενος δικηγόρος και γενικώς κάθε συμπεριφοράς που δεν αρμόζει στην άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος.

7. Οι εκπρόσωποι ταυ αρμοδίου Δ.Σ. στους οποίους ανατίθεται η εξέταση της αίτησης εξασφαλίζουν το απόρρητο των πληροφοριών που έχουν στη διάθεση τους.

8. Ο δικηγόρος του οποίου δεν έγινε δεκτή η αίτηση, δύναται να επανέλθει με νέα αίτηση.

9. Ο δικηγόρος του οποίου η αίτηση έγινε δεκτή, διορίζεται ως δικηγόρος στο οικείο Πρωτοδικείο με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης σύμφωνα με τον Κώδικα Δικηγόρων. Εάν όμως έχει συνολική δικηγορία άνω των τεσσάρων ετών, συμπεριλαμβανομένης και αυτής στο κράτος καταγωγής, μετά από απόφαση του Δ.Σ. του οικείου συλλόγου που λαμβάνεται κατ` ανάλογη εφαρμογή των διατάξεωντον Κώδικα Δικηγόρων, διορίζεται στο Εφετείο και, εφ` όσον έχει δικηγορία άνω των 8 ετών, στον Αρειο Πάγο.

10. Ο δικηγόρος που διορίζεται σύμφωνα με τα ανωτέρω, εξομοιώνεται με τον κατά το ελληνικό δίκαιο δικηγόρο και έχει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί, παράλληλα με το τίτλο του δικηγόρου στην Ελλάδα, και τον επαγγελματικό του τίτλο καταγωγής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ`: Συλλογική άσκηση του επαγγέλματος



Αρθρο 12

1. `Ενας ή περισσότεροι δικηγόροι οι οποίοι ασκούν το επάγγελμα στην Ελλάδα με τον επαγγελματικό τους τίτλο καταγωγής και είναι μέλη - εταίροι μιας ομάδας στο κράτος - καταγωγής, δύνανται να ασκούν τις επαγγελματικές τους δραστηριότητες συλλογικά με παράρτημα ή γραφείο της ομάδας τους στην Ελλάδα.

2. Για το σκοπό αυτό υποβάλλουν αίτηση στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο στον οποίο είναι εγγεγραμμένοι μαζί με το καταστατικό της ομάδας τους θεωρημένο από την αρμόδια αρχή του κράτους καταγωγής και υπογεγραμμένο από όλα τα μέλη που επιθυμούν να εγκατασταθούν στην Ελλάδα και το οποίο πρέπει να περιέχει:

α) Το σκοπό, την επωνυμία και την έδρα της ομάδας,
β) Τα ονόματα και τις διευθύνσεις των μελών της,
γ) Τους όρους της εισόδου, της αποχώρησης και της αποβολής των μελών ,
δ) Τις εισφορές των εταίρων και τηγ αύξηση ή μείωση τους,
ε) Τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των εταίρων,
στ) Τον τρόπο διοίκησης της ομάδας,
ζ) Τον τρόπο λήψης των αποφάσεων,
η) Τη διανομή των κερδών και των ζημιών,
θ) Το χρόνο διάρκειας και τούς λόγους λύσης της ομάδας, και
ι) Την εκκαθάρισή της μετά τη λύση.

Δικηγόροι εγγεγραμμένοι στους Δικηγορικούς Συλλόγους Αθηνών και Πειραιώς υποβάλλουν τη σχετική αίτηση σε όποιον από τους δύο Συλλόγους επιλέξουν ως έδρα εγκατάστασης του παραρτήματος ή του γραφείου της Ομάδας τους.

3. Με την αίτηση υποβάλλεται και δήλωση της ομάδας με την οποία ορίζεται διαχειριστής και αναπληρωτής διαχειριστής του παραρτήματος ή του γράφείου στην Ελλάδα.

4. Η έγκριση της λειτουργίας του παραρτήματος ή του γραφείου της ομάδας γίνεται με απόφαση του Δ.Σ.του Δικηγορικού Συλλόγου, ύστερα από εισήγηση ενός μέλους του. Το Δ.Σ. ελέγχει αν οι διατάξεις του καταστατικού είναι σύμφωνες με τις ρυθμίσεις του παρόντος, του Κώδικα Δικηγόρων και των άλλων σχετικών διατάξεων περί ασκήσεως του δικηγορικού λειτουργήματος και τη δικηγορική δεοντολογία.

Δεν χορηγείται έγκριση του Καταστατικού ιδίως αν ο χρόνος διάρκειας της ομάδας είναι μικρότερος από τρία έτη, ή αν το Κεφάλαιό της κατέχεται εν όλω ή εν μέρει, ή η επωνυμία της χρησιμοποιείται, ή η εξουσία λήψης των αποφάσεων στην ομάδα ασκείται εκ των πραγμάτων ή εκ του δικαίου από φυσικά ή νομικά πρόσωπα που δεν έχουν την ιδιότητα του δικηγόρου κατά την έννοια του άρθρου 2 του παρόντος.

5. Για την έγκριση της λειτουργίας της ομάδας ισχύουν οι περιορισμοί περί συστάσεως δικηγορικών εταιρειών των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 1 και του άρθρου 2 του Π.Δ. 518/1989 όπως ισχύουν.

6. Η απόφαση που δεν εγκρίνει το καταστατικό της Ομάδας πρέπει να είναι αιτιολογημένη.

Κατά της αποφάσεως αυτής δικαιούνται να υποβάλουν αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Σ.Τ.Ε. τα υπογράφοντα το καταστατικό μέλη, μέσα σε εξήντα ημέρες από τη κοινοποίηση της απορριπτικής απόφασης στις διευθύνσεις τους στην Ελλάδα.

7. Για τις διατυπώσεις δημοσιότητας της έγκρισης της λειτουργίας της ομάδας στην Ελλάδα, της λύσης της και την έναρξη της νομικής προσωπικότητάς της εφαρμόζονται οι αντίστοιχες ρυθμίσεις για τη σύσταση των δικηγορικών εταιρειών (Π.Δ. 518/1989) όπως ισχύουν.

8. Οι ανωτέρω διατάξεις εφαρμόζονται και σε περίπτωση τροποποίησης του καταστατικού της ομάδας.

9. Για τους κανόνες λειτουργίας της ομάδας στην Ελλάδα, που αφορούν τις υποχρεώσεις των εταίρων, του νομικού προσώπου της ομάδας, τη διοίκηση - εκπροσώπηση - διαχείριση, την είσοδο, αποχώρηση - αποβολή μελών, τη λήψη αποφάσεων, τη διανομή των κερδών και των ζημιών, τις σχέσεις με τους εντολείς, τη λύση και την εκκαθάριση, καΘώς και τη τήρηση βιβλίων εσόδων - εξόδων, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του Π.Δ.518/1989 για τις δικηγορικές εταιρείες, όπως ισχύουν.

Αρθρο 13

1. Δύο ή περισσότεροι δικηγόροι που προέρχονται από την ίδια ομάδα ή κατάγονται από το ίδιο κράτος μέλος της Ε.Ε. και ασκούν το επάγγελμα με τον επαγγελματικό τους τίτλο καταγωγής στην Ελλάδα, δύνανται να συστήσουν εταιρεία δικηγορική με τους όρους και τις προϋποθέσεις των διατάξεων του Π.Δ. 518/1989 όπως ισχύει.

2. Με τους ίδιους όρους και προϋποΘέσεις είναι δυνατή η σύσταση δικηγορικής εταιρείας μεταξύ δικηγόρων που ασκούν το επάγγελμα με τον επαγγελματικό τους τίτλο καταγωγής και προέρχονται από διαφορετικά κράτη - μέλη της Ε.Ε., καθώς επίσης και μεταξύ αυτών και δικηγόρων με ελληνικό επαγγελματικό τίτλο.

3. Κάθε δικηγόρος ο οποίος είναι μέλος ομάδας στο κράτος καταγωγής του τόσο κατά το στάδιο της έγκρισης του καταστατικού της υπό σύσταση δικηγορικής εταιρείας, όσο και κατά τη διάρκεια της λειτουργίας αυτής, υποχρεούται να παρέχει κάθε πληροφορία στο Δ.Σ. του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου σχετικά με την ομάδα στο κράτος καταγωγής του.

Για το σκοπό αυτό προσκομίζει αντίγραφο του καταστατικού της ομάδας Θεωρημένο από την αρμόδια αρχή του κράτους καταγωγής.

4. Δεν χορηγείται έγκριση του καταστατικού για σύσταση της δικηγορικής εταιρείας και η τυχόν εκδοθείσα ανακαλείται, αν διαπιστώνεται ότι, το κεφάλαιο της ομάδας της οποίας είναι μέλος ο δικηγόρος που επιθυμεί να εργασθεί συλλογικά με τον επαγγελματικό του τίτλο καταγωγής κατέχεται εν όλω ή εν μέρει ή η επωνυμία της χρησιμοποιείται, ή η εξουσία λήψης των αποφάσεων ασκείται εκ των πραγμάτων ή εκ του δικαίου από φυσικά ή νομικά πρόσωπα που δεν έχουν την ιδιότητα του δικηγόρου κατά την έννοια του άρθρου 2 του παρόντος διατάγματος.

5. Σε κάθε περίπτωση ο ως άνω δικηγόρος δύναται να ασκήσει δικηγορία ατομικά.

Αρθρο 14

Οι δικηγόροι που ασκούν το επάγγελμα με τον επαγγελματικό τους τίτλο καταγωγής και με τους όρους των άρθρων του κεφαλαίου τούτου, δύνανται να αναφέρουν στην επωνυμία τους και την επωνυμία της ομάδας της οποίας είναι μέλη στο κράτος καταγωγής.

Στην ίδια επωνυμία αναφέρεται επίσης και η νομική μορφή της ομάδας, καθώς και τα ονόματα όλων των μελών της που ασκούν το επάγγελμα στην Ελλάδα.

Κατά τα λοιπά και για το σχηματισμό της πλήρους επωνυμίας εφαρμόζονται οι διατάξεις για την επωνυμία των δικηγορικών εταιρειών του Π.Δ.518/1989, όπως ισχύουν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε`: Τελικές διατάξεις



Αρθρο 15

Κάθε Δικηγορικός Σύλλογος κατά την εφαρμογή των διαδικασιών που προβλέπονται από το παρόν διάταγμα δύναται να απευΘύνεται για τη παροχή πληροφοριών, τη χορήγηση σχετικών εγγράφων και πιστοποιητικών στην αντιστοιχη αρμόδια αρχή του κράτους καταγωγής από το οποίο προέρχεται ο αιτών δικηγόρος.

Αντίστοιχη υποχρέωση συνδρομής και συνεργασίας υφίσταται στις περιπτώσεις που η παροχή πληροφοριών και εγγράφων ζητείται από την άλλη αρχή.

Η επικοινωνία και η αλληλογραφία που ανταλλάσσεται είναι εμπιστευτική.

Οι Δικηγορικοί Σύλλογοι κοινοποιούν στο Υπουργείο Δικαιοσύνης τις αποφάσεις που λαμβάνουν σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος Π.Δ/τος.

Αρθρο 16

Η ισχύς του παρόντος διατάγματος αρχίζει από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Στον Υπουργό Δικαιοσύνης αναθέτουμε τη δημοσίευση και εκτέλεση του παρόντος διατάγματος.

Αθήνα, 11 Μαϊου 2000

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ

ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ
ΕΘΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ
ΓΙΑΝΝΟΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ  ΜΙΧΑΗΛ ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΣ






Επικοινωνία

Τηλ.: +30 231 1180621
Φαξ: +49 89 124138532
mail(at)rechtsanwalt-griechenland.net

 

* σύμφωνα με το Άρθρο 7 του ΠΔ 152/2000

Διάγραμμα του δικτυακού τόπου l Σύσταση σελίδας l Εκτύπωση σελίδας l